ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΚΑΚΩΣΕΙΣ 

ΑΡΘΡΟΣΚΟΠΗΣΗ

Η αρθροσκόπηση αποτελεί μια χειρουργική τεχνική ελάχιστης επεμβατικότητας, με την οποία έχουμε τη δυνατότητα να αναγνωρίζουμε και να διορθώνουμε μικρές βλάβες των αρθρώσεων μέσα από μικρές τομές του δέρματος. Η αρθροσκόπηση αποτέλεσε μια επαναστατική χειρουργική τεχνική στη μοντέρνα ορθοπαιδική, μιας και πλέον, με τη βοήθεια των αρθροσκοπικών εργαλείων και τεχνικών, έγινε δυνατό επεμβάσεις που παλαιότερα χαρακτηρίζονταν από αυξημένο ποσοστό επιπλοκών να μετατραπούν σε επεμβάσεις ελάχιστης επεμβατικότητας, με ελάχιστες επιπλοκές και, κυρίως, με τη δυνατότητα ταχείας επανόδου του ασθενούς στις καθημερινές του δραστηριότητες.

​Η αρθροσκόπηση είναι στην πραγματικότητα μια επέμβαση “κλειδαρότρυπας”, αφού μέσα από 2 μόνο τομές του δέρματος, μήκους 1 περίπου εκατοστού η καθεμιά, ο χειρουργός μπορεί να “δει” τι συμβαίνει μέσα στην άρθρωση και με τη βοήθεια ειδικών μικροσκοπικών εργαλείων να επιδιορθώσει τις υπάρχουσες βλάβες. Η αρθροσκόπηση εφαρμόζεται πλέον στις περισσότερες μεγάλες αρθρώσεις του ανθρώπινου σώματος: στο γόνατο, στον ώμο, στο ισχίο, στον αγκώνα, στην ποδοκνημική και στην πηχεοκαρπική άρθρωση. Η αρθροσκόπηση του γόνατος αποτελεί πλέον μια από τις συχνότερες επεμβάσεις στη σύγχρονη ορθοπαιδική με κυριότερες ενδείξεις: 

  • τη ρήξη των μηνίσκων
  • τις συνδεσμικές βλάβες του γόνατος (π.χ. ρήξη πρόσθιου συνδέσμου)
  • τις χόνδρινες βλάβες του γόνατος
  • τη λύση συμφύσεων σε δύσκαμπτα γόνατα μετά από ολική αρθροπλαστική
  • την έκπλυση και καθαρισμό του γόνατος σε περιπτώσεις φλεφμονών
  • ως επικουρική τεχνική για την αντιμετώπιση ενδαρθρικών καταγμάτων

ΡΗΞΗ ΜΗΝΙΣΚΟΥ

Οι μηνίσκοι θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως “αμορτισέρ” αφού απορροφούν τους κραδασμούς που δέχεται η άρθρωση του γόνατος. Επιπλέον, ομαλοποιούν τις αρθρούμενες επιφάνειες του μηριαίου οστού και της κνήμης και έτσι λειτουργούν ως σταθεροποιητές της άρθρωσης, ενώ παράλληλα μοιράζουν ομαλά και ισομερώς τα φορτία του σώματος σε όλη την επιφάνεια του γόνατος. Οι μηνίσκοι είναι δύο σε κάθε γόνατο, ο έσω και ο έξω, έχουν σχήμα μισοφέγγαρου και είναι αρκετά ελαστικοί. Η ρήξη μηνίσκου μπορεί να συμβεί σε νεαρά άτομα λόγω κάκωσης, αλλά και σε πιο ηλικιωμένους ασθενείς λόγω εκφύλισης και απώλειας της ελαστικότητάς του. Η τραυματική ρήξη του μηνίσκου σε νεαρά άτομα είναι και η πιο συνηθισμένη και συμβαίνει όταν το πόδι "κολλάει" στο έδαφος και το σώμα στρίβει, συνήθως κατά τη διάρκεια μιας αθλητικής δραστηριότητας.

Οι
ασθενείς με ρήξη μηνίσκου συνήθως παραπονούνται για πόνο κατά τη βάδιση ιδιαίτερα κατά την αλλαγή κατεύθυνσης, πόνο μετά από βαθύ κάθισμα και οίδημα (πρήξιμο) του γόνατος λόγω παρουσίας υγρού στην άρθρωση. Σε κάποιες περιπτώσεις, είναι δυνατόν να μπλοκάρει το γόνατο και να είναι αδύνατη οποιαδήποτε κίνηση λυγίσματος ή τεντώματος της άρθρωσης, γεγονός που επιβάλλει άμεση αντιμετώπιση. Η αντιμετώπιση των τραυματικών ρήξεων των μηνίσκων γίνεται αρθροσκοπικά. Η αρθροσκόπηση του γόνατος γίνεται μέσα από 2 μόνο τομές του δέρματος, μήκους 1 περίπου εκατοστού η καθεμιά. Από τη μια οπή ο χειρουργός τοποθετεί μια ειδική κάμερα (το αρθροσκόπιο) με την οποία μπορεί να “δει” τι συμβαίνει μέσα στην άρθρωση και από τη δεύτερη οπή τοποθετεί ειδικά μικροσκοπικά εργαλεία που βοηθούν στην επιδιόρθωση της υπάρχουσας ρήξης.

​Σκοπός της αρθροσκόπησης είναι να αφαιρεθεί μόνο το κατεστραμμένο κομμάτι του μηνίσκου και να ομαλοποιηθεί η υπόλοιπη επιφάνεια που απομένει σταθερή στην άρθρωση του γόνατος. Στις περιπτώσεις νέων ασθενών με πρόσφατες ρήξεις που εντοπίζονται στην περιφέρεια του μηνίσκου (στη ζώνη εκείνη δηλαδή όπου υπάρχει δυνατότητα επούλωσης του μηνίσκου λόγω αυξημένης αγγείωσης) γίνεται προσπάθεια συρραφής και διάσωσης του μηνίσκου με την ίδια αρθροσκοπική μέθοδο. Μετά την αρθροσκοπική αποκατάσταση των ρήξεων του μηνίσκου, ο ασθενής δεν χρειάζεται να παραμείνει στο νοσοκομείο για νοσηλεία και ξεκινά να βαδίζει, εφαρμόζοντας ένα πρόγραμμα μυϊκής ενδυνάμωσης του γόνατος.

ΡΗΞΗ ΠΡΟΣΘΙΟΥ ΧΙΑΣΤΟΥ

Ο πρόσθιος χιαστός σύνδεσμος (ΠΧΣ) αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους σταθεροποιητικους μηχανισμούς της άρθρωσης του γόνατος και η απώλειά του μπορεί να προκαλέσει ένα αίσθημα αστάθειας, ότι δηλαδή το γόνατο “φεύγει” σε ορισμένες κινήσεις και κυρίως κατά τη διάρκεια αθλητικών δραστηριοτήτων. Η ρήξη του ΠΧΣ είναι τραυματικής αιτιολογίας και συμβαίνει συνήθως κατά τη διάρκεια κάποιας αθλητικής δραστηριότητας. Η τραυματική ρήξη του ΠΧΣ συχνά συνοδεύεται κι από άλλες κακώσεις του γόνατος και, συνηθέστερα, ρήξεις του έσω μηνίσκου ή και του έσω πλαγίου συνδέσμου, καθώς και οστεοχόνδρινες βλάβες. Ο ασθενής σχεδόν πάντα μπορεί να ανακαλέσει στη μνήμη του τη στιγμή της ρήξης του ΠΧΣ, την οποία περιγράφει με έναν οξύ πόνο στο γόνατο και θόρυβο κατά τη στιγμή του ατυχήματος, ενώ αμέσως μετά το γόνατο πρήζεται και η βάδιση είναι σχεδόν αδύνατη.

Η
αποκατάσταση της ρήξης του ΠΧΣ γίνεται χειρουργικά με αρθροσκόπηση του γόνατος Η συνδεσμοπλαστική του ΠΧΣ περιλαμβάνει τη χρήση ενός μοσχεύματος που λαμβάνεται από κάποιο άλλο σημείο του γόνατος και τοποθετείται στην ανατομική θέση του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου που έχει υποστεί ρήξη. Οι δυο συχνότερα χρησιμοποιούμενοι τύποι μοσχευμάτων  είναι ο επιγονατιδικός τένοντας, καθώς και οι τένοντες των οπίσθιων μηριαίων (ισχνού και ημιτενοντώδη). Η χρήση τεχνητών μοσχευμάτων για τα οποία υπήρξε μεγάλος ενθουσιασμός τις προηγούμενες δεκαετίες έχει πλέον εγκαταλειφθεί, γιατί έχει αποδειχθεί ότι σχετίζονται με υψηλά ποσοστά αποτυχίας και, το κυριότερο, ότι μπορεί να οδηγήσουν σε φλεγμονώδη αντίδραση του γόνατος, κάτι το οποίο είναι καταστρεπτικό για την άρθρωση. Η συνδεσμοπλαστική του ΠΧΣ χαρακτηρίζεται γενικά από άριστα λειτουργικά αποτελέσματα.

​Ο ασθενής μετά την αρθροσκόπηση παραμένει στο νοσοκομείο μόνο για 1 έως 2 μέρες, ενώ μπορεί να σηκώνεται άμεσα και να βαδίζει με τη βοήθεια βακτηριών. Το πρόγραμμα αποκατάστασης περιλαμβάνει σταδιακή ανάκτηση του εύρους κίνησης, ενδυνάμωση του γόνατος και ασκήσεις ιδιοδεκτικότητας. Η επάνοδος σε αθλητικές δραστηριότητες γίνεται μετά από διάστημα 6 έως 9 μηνών, που αποτελεί τον ελάχιστο χρόνο που απαιτείται για τη βιολογική ενσωμάτωση του μοσχεύματος.


ΕΞΑΡΘΡΗΜΑ ΩΜΟΥ

Το εξάρθρημα του ώμου αποτελεί μια τραυματική κάκωση της συγκεκριμένης άρθρωσης. Αν και η συνήθης αρχική αντιμετώπιση του εξαρθρήματος είναι συντηρητική (με ειδικούς χειρισμούς ανάταξης), σε ένα ποσοστό ασθενών, που μπορεί να φτάσει έως και το 35% (ιδιαίτερα σε νεαρούς και δραστήριους ασθενείς), μπορεί να χρειαστεί χειρουργική αντιμετώπιση λόγω αστάθειας του ώμου (επαναλαμβανόμενα επεισόδια όπου ο ώμος “βγαίνει” σχετικά εύκολα).

Σε αυτές τις περιπτώσεις, η αποκατάσταση της βλάβης επιτυγχάνεται με την αρθροσκοπική σταθεροποίηση του ώμου με επανακαθήλωση του επιχείλιου χόνδρου και των θυλακοσυνδεσμικών στοιχείων του ώμου στην ανατομική τους θέση, έτσι ώστε να λειτουργούν σαν “μαξιλάρι” για την αποφυγή νέου εξαρθρήματος. Στις περιπτώσεις μάλιστα πολλαπλών επαναλαμβανόμενων εξαρθρημάτων, τα οποία έχουν προκαλέσει και σημαντική βλάβη στο οστό της ωμογλήνης, μπορεί να χρειαστεί να πραγματοποιηθεί ανοικτή χειρουργική τεχνική, με την οποία οστικό μόσχευμα από άλλο σημείο της ωμοπλάτης μεταφέρεται στο σημείο του ελλείμματος για να αποκατασταθεί το οστικό κενό και η αστάθεια του ώμου.

​Με τις σύγχρονες χειρουργικές τεχνικές, η διάρκεια παραμονής στο νοσοκομείο είναι μόλις 1-2 μέρες και στη συνέχεια ο ασθενής επανέρχεται σταδιακά στις καθημερινές του δραστηριότητες (κοινωνικές, επαγγελματικές και αθλητικές), ακολουθώντας ένα εξατομικευμένο πρόγραμμα φυσικοθεραπείας. 


ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΠΡΟΣΚΡΟΥΣΗΣ ΩΜΟΥ

ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΠΡΟΣΚΡΟΥΣΗΣ ΩΜΟΥ - ΡΗΞΗ ΣΤΡΟΦΙΚΟΥ ΠΕΤΑΛΟΥ 

Το σύνδρομο πρόσκρουσης του ώμου και η ρήξη του στροφικού πετάλου είναι παθήσεις που συχνά συνυπάρχουν. Είναι συνήθως συνέπεια τραυματισμού λόγω υπέρχρησης του ώμου σε άτομα που ασχολούνται με αθλήματα ρίψεων, όπως το μπέιζμπολ, η σφυροβολία, το ακόντιο, αλλά και με πιο συνηθισμένα αθλήματα, όπως το βόλεϊ, η κολύμβηση και το πόλο. Σε ηλικιωμένα άτομα είναι συνήθως εκφυλιστικής αιτιολογίας.

Η πρόσκρουση της κεφαλής του βραχιόνιου στο ακρώμιο (ένα μικρό οστό που καλύπτει την ωμοπλάτη) αποτελεί το κύριο μηχανικό παράγοντα που προκαλεί αρχικά την προστριβή των τενόντων που καλύπτουν την κεφαλή του βραχιονίου και στη συνέχεια τη ρήξη τους. Η μείωση του χώρου που φυσιολογικά υπάρχει μεταξύ του ακρωμίου και της κεφαλής του βραχιονίου, συνήθως λόγω ανώμαλου σχήματος του ακρωμίου, είναι ένας ακόμη παράγοντας πρόσκρουσης. Ο ασθενής προσέρχεται με άλγος στις κινήσεις του ώμου, ιδιαίτερα σε αυτές που γίνονται με το χέρι πάνω από το επίπεδο του κεφαλιού (λούσιμο, χτένισμα κ.λπ.). Η
αρχική αντιμετώπιση περιλαμβάνει χορήγηση αντιφλεγμονωδών φαρμάκων, ενδαρθρικών ενέσεων και αναλγητικής φυσικοθεραπείας. Μετά από παρέλευση τουλάχιστον 3 μηνών συντηρητικής αγωγής, ενδεδειγμένη θεραπεία είναι η χειρουργική. Στις περιπτώσεις οξείας ρήξης των τενόντων του ώμου (στροφικού πετάλου του ώμου), η αποκατάσταση πρέπει να γίνεται χειρουργικά, διότι η συντηρητική αγωγή δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα. Αυτή περιλαμβάνει την αύξηση του διαθέσιμου χώρου μεταξύ του ακρωμίου και της κεφαλής του βραχιονίου με την τεχνική της ακρωμιοπλαστικής και την επιδιόρθωση της ρήξης των τενόντων του στροφικού πετάλου.

​Η επέμβαση αυτή γίνεται πλέον με
αρθροσκοπική τεχνική στις περισσότερες των περιπτώσεων. Δηλαδή, μέσα από 3 τομές του δέρματος μήκους <1 εκατοστού γίνεται επισκόπηση της άρθρωσης του ώμου και του χώρου που υπάρχει μεταξύ του ακρωμίου και της κεφαλής με τη βοήθεια μιας λεπτής κάμερας που λέγεται αρθροσκόπιο και, ακολούθως, επιδιόρθωση των ανατομικών παραλλαγών του ακρωμίου και της ρήξης του στροφικού πετάλου του ώμου με τη βοήθεια ειδικών αρθροσκοπικών εργαλείων. Η αρθροσκόπηση του ώμου είναι μια επέμβαση ελάχιστης επεμβατικότητας κι έτσι ο ασθενής είναι σε θέση να εξέλθει την ίδια μέρα από το νοσοκομείο, αρχίζοντας μετά ένα πρόγραμμα φυσικοθεραπείας.